Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΧΑΘΕΙ


Τον καιρό εκείνο οι οικονομικές συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες, 
τα αγαθά λιγοστά και τα επαγγέλματα διαφορετικά από σήμερα.
Τα ψυγεία δεν ήταν ηλεκτρικά, αλλά ξύλινα, και λειτουργούσαν με πάγο.
Κάθε μέρα λοιπόν περνούσε ο παγοπώλης που εφοδίαζε με πάγο όλα τα σπίτια.
Ο γαλατάς μοίραζε το γάλα, κατευθείαν από τις αγελάδες ,κι ο νερουλάς το νερό, 
που φυλασσόταν προσεκτικά στα αιγινίτικα κανάτια. Όλοι αυτοί οι πλανόδιοι
 επαγγελματίες γύριζαν τις γειτονιές τα δύσκολα εκείνα χρόνια μετά το Β΄ Παγκόσμιο
 Πόλεμο, τότε που ο κόσμος ήταν πολύ λιγότερος από σήμερα και πιο φτωχός, 
για να μπορέσουν να ζήσουν. Όμως, καθώς περνούσε ο καιρός και ο τόπος μας προόδευε,
 τα επαγγέλματα αυτά άρχισαν σιγά σιγά να χάνονται. Σήμερα έχουν απομείνει ελάχιστοι
 από αυτούς τους επαγγελματίες,όπως ο καστανάς, ο κουλουράς, ο αμαξάς, ο λούστρος, που 
τους βλέπουμε συχνά στις γωνίες των κεντρικών δρόμων και μας θυμίζουν κάτι από εκείνα τα χρόνια. 
 

Τότε, πράγματι, υπήρχαν ακόμη οι εποχές του χρόνου, που σήμερα τείνουν να καταργηθούν,
 όπως και οτιδήποτε άλλο χρήζει αργών ρυθμών. Τα χρυσάνθεμα στόλιζαν τα βάζα του
 φθινοπώρου, στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου, το καλοκαίρι οι τομάτες μύριζαν τομάτα κι ο 
φούρνος μοσχοβολούσε από τα γεμιστά. Τα χέρια λερώνονταν από τους σκούρους χυμούς 
του βύσσινου, που ξεκουκούτσιαζαν οι φιλενάδες αντάμα με το κουβεντολόι, για να γίνει γλυκό. 
Ο καστανάς και ο σαλεπιτζής εμφανίζονταν τα κρύα πρωινά του χειμώνα, για να θερμάνουν 
τις χούφτες, για να γλυκάνουν τον αχνό της ανάσας και τις καρδιές. Οι ασβεστάδες τριγυρνούσαν
 με τον ερχομό της άνοιξης στις γειτονιές, γιατί τα σπίτια είχαν μάντρες κι αυλές, με σγουρούς
 βασιλικούς κι ανθισμένες γαρδένιες φυτεμένες σε τενεκεδένια δοχεία, κι όλα έπρεπε να είναι
 παστρικά για τις αυτοσχέδιες βεγγέρες ή για το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου. Οι πλανόδιοι
 ψαράδες έφερναν στις κυράδες ψαράκια λιανά, που έπεφταν κατευθείαν από το ξύλινο καφάσι
 στο καυτό λάδι του τηγανιού για το μεσημεριανό γεύμα. Σήμερα δεν έχουμε απολέσει μόνον εκείνους,
 αλλά και το μεσημεριανό οικογενειακό γεύμα επίσης.

Τότε που τα αγαθά ήταν λιγοστά και τα περισσότερα αντικείμενα έπρεπε να επισκευάζονται 
και να ξαναχρησιμοποιούνται, υπήρχε μια εντελώς διαφορετική οικονομία και λογική στη χρήση αυτή.
 Ο γανωματής επιδιόρθωνε τα σκουριασμένα μαχαιροπίρουνα και τους πάτους των καζανιών,
 ο καρεκλάς τις ψάθινες καρέκλες, κι ο τσαγκάρης το μοναδικό ζευγάρι παπουτσιών, υπό τις απειλές 
και τις φοβέρες της μητέρας στο παλιόπαιδο που το είχε ξεπαστρέψει κλωτσώντας τενεκεδάκια κι άλλες
 αυτοσχέδιες μπάλες στις αλάνες. Το επάγγελμα του τσαγκάρη είναι να φτιάχνει παπούτσια, 
αλλά σήμερα όταν λέμε τσαγκάρης εννοούμε τον τεχνίτη που επιδιορθώνει τα χαλασμένα παπούτσια. 
Το τσαγκαράδικο ήταν ο χώρος όπου ήταν ο πάγκος, οι βελόνες, οι σακοράφες, τα σουβλιά τα σφυράκια
 και οι λίμες,οι τανάλιες και τα καλαπόδια. Τότε δεν υπήρχαν κόλλες και μηχανές. Ο τσαγκάρης δούλευε ώρες
 ατέλειωτες φορώντας πάντα τη χαρακτηριστική δερμάτινη ποδιά του. Εκεί δεχόταν και τις παραγγελίες των
 πελατών του. Ένα ζευγάρι παπούτσια τότε κόστιζε σχεδόν μια χρυσή λίρα και για να φτιαχτούν χρειάζονταν
 2-3 μέρες δουλειά.Τα παπούτσια ήταν εξ΄ολοκλήρου χειροποίητα, ήταν ραφτά και καρφωτά. Για να τα κατασκευάσει 
αγόραζε το δέρμα. Το ψιλό δέρμα το χρησιμοποιούσε για το πάνω μέρος του παπουτσιού και το χοντρό για τις σόλες.
 Ο πεταλωτής που έβαζε πέταλα στις οπλές των αλόγων, το κυριότερο μεταφορικό μέσο μαζί με τα γαϊδουράκια μέχρι
 τη δεκαετία του '60, ο σιδεράς που κατασκεύαζε στο αμόνι σιδερένια αντικείμενα, όπως αξίνες, τσεκούρια, δρέπανα,
 σφυριά, καρφιά .Ο ντελάλης που διαλαλούσε στους κατοίκους τα νέα που έφταναν με τον τηλέγραφο ή τα εμπορεύματα 
που έφερναν οι πραματευτάδες, ο μυλωνάς που άλεθε το στάρι και έφτιαχνε το αλεύρι. Ο καρεκλάς χρησιμοποιούσε ξύλα
 από διάφορα δέντρα , τα έκοβε στις επιθυμητές διαστάσεις που ήθελαν οι καρέκλες και με διάφορα εργαλεία τις τελειοποιούσε ,
 στα παλιά τα χρόνια το κάθισμα της καρέκλας , το έφτιαχναν από σχοινιά ή ειδικά καλάμια . 
Η λατέρνα που για να παίξει χρειάζονταν οπωσδήποτε δύο άτομα . Ο ένας την είχε στην πλάτη του ή αργότερα που
 είχε ρόδες την πέρναγε στο δρόμο, και ο άλλος τη γύριζε .Αυτά τα άτομα λεγόντουσαν λατερνατζήδες.
Οι λατερνατζήδες γύριζαν πότε μόνοι τους ,όταν η λατέρνα ήταν στις δόξες της, πότε με συνοδεία κάποιο ντέφι . 
Έπαιζαν διάφορα λαϊκά τραγούδια που ήταν και τα σουξέ της κάθε εποχής .
Οι λατερνατζήδες πήγαιναν σε μαγαζιά , σε πάρκα ή στους δρόμους και πολλές φόρες μαζεύονταν γύρω τους 
ο κόσμος και άκουγε τα τραγούδια που παίζανε. Όταν τελείωνε το τραγούδι , περνούσε ένα άτομο που ήταν και ο
 βοηθός τους κρατώντας ανάποδα το καπέλο του ή το ντέφι και του έριχναν μέσα οι άνθρωποι λεφτά .

Τότε όπως έγραφε παλαιότερα και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ακουγόταν πάντα η φωνή 
του πραματευτή στο φτωχό δρόμο η φωνή του στον ήλιο που βασιλεύει. 
Η φωνή του είν' ο καιρός που μας χτύπησε. Η φωνή του είν' οι μέρες που δεν ξανάρχονται.
 Η φωνή του είν' η γνώση που μας επίκρανε. Τότε όλα ήταν αλλιώς.
 Υπήρχε αγάπη, όχι μόνο για το κάθε αντικείμενο, που αποτελούσε πολύτιμο απόκτημα 
για τον κάτοχό του, αλλά και για την ίδια την εργασία. Δεν ήταν ντροπή να είσαι αμαξάς. 
Κι ήθελε μπόλικη τέχνη και δεξιότητα, για να είσαι ο καλύτερος από τους λούστρους,
 ο τελειότερος, μες στο σινάφι των παπλωματάδων και των στρωματάδων.

Η ζωή δεν ήταν πιο ανέμελη. Ήταν όμως ανόθευτη, γεμάτη επινοήσεις, αυτοσχέδια παιχνίδια, 
απτούς μύθους και μικρές λαχτάρες. Για τα παιδιά που δεν τα είχαν όλα, το ένα γινόταν πολύτιμο.
 Κι από ότι φαίνεται, για τα παιδιά που τα έχουν όλα, το πιο ταπεινό παραμένει πολύτιμο ακόμη.
 Ίσως γιατί, ταξιδεύει τη φαντασία τους. Ίσως απλά γιατί, κανένας δεν σκέφτηκε να τους το δώσει.
Κι ο παράδεισος, έμοιαζε να είναι λίγο πιο κοντά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου